O slideshow foi denunciado.
Utilizamos seu perfil e dados de atividades no LinkedIn para personalizar e exibir anúncios mais relevantes. Altere suas preferências de anúncios quando desejar.

Poems romanticism

Poems romanticism

  • Seja o primeiro a comentar

  • Seja a primeira pessoa a gostar disto

Poems romanticism

  1. 1. Ποιήματα του Ρομαντισμού στην Ελλάδα και στην Ευρώπη
  2. 2. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΟΥΤΣΟΣ (1806-1868) : Ο Οδοιπόρος (Τραγωδία εις πέντε πράξεις) Σκηνή Γ’ ΠΑΪΣΙΟΣ. (Προχωρῶν πρὸς τὸν Ὁδοιπόρον). Καλῶς σὲ ηὗρα, Μοναχέ! Μὲ φαίνεσαι κλαμμένος, καὶ ἥλιος μὲ φαίνεσαι εἰς σύννεφα θαμμένος. ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ. Τῶν συννέφων ὁμοιάζω ταὶς μαυρόμορφαις σκιαίς, Ὅταν τρέχουν ἀφημένα 'ς τῶν ἀνέμων ταὶς πνοαίς.
  3. 3. ΠΑΪΣΙΟΣ. Τοῦ κόσμου πάθη, ἀσκητή! τὸ ράσον σου μὴ κρύπτῃ; Ὡσὰν τὸ θειάφ' εἶσαι χλωμός… Τὸ συνειδὸς σὲ τύπτει; Ἀπὸ ψυχῆς ἰατρικὰ κρατῶ βαρὺν τὸν σάκκον• Εἰπέ με, τοῦ πλησίον σου μὴν ἔσκαψες τὸν λάκκον; Ὁ σκώληξ ὁ ἀκοίμητος τοῦ κρίματος σὲ τρώγει; ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ. Αὐτὸ τὸ ἑκατόκομπον μακρύ σου κομπολόγι Τὰ κρίματά μου δύναται νὰ τ' ἀκριβομετρήση; ΠΑΪΣΙΟΣ. Πῶς ἡ ψυχή μου ἀπ' ἀρχῆς τὸ εἶχε προνοήσει! Ἔχει μακρὺν ὁρίζοντα ὁ γέρος ὀφθαλμός μου• Ἡ ράβδος ἡ πολύπειρος τοῦ κρύου γήρατός μου…
  4. 4. ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ. Ἔπαρέ της ὁδηγόν σου, χιονόφρυδέ μου γέρε! Καὶ ἀλλοῦ τὰ βότανά σου καὶ τὰς συμβουλάς σου φέρε. ΠΑΪΣΙΟΣ. Ἂν ἔνδον μου τὸ βλέμμα σου ἠμπόρει νὰ εἰσδύσῃ, Τοιούτους λόγους ἤθελες ποτὲ ψυχροὺς ἐκχύσει; (Πλησιάζων πρὸς τὸν Ὁδοιπόρον) Ἀκτίνας ρίπτει εὐγενεῖς τὸ ἄγριόν σου βλέμμα. Τὸ βλέπω, εἰς τὰς φλέβας σου κοινὸν δὲν τρέχει αἷμα. Ἢ μ' ἀπατᾷς, ἢ μοναχὸς νὰ εἶσαι δὲν ἐπλάσθης. Εἰς τὴν μονὴν τὰ πάθη σου νὰ κλείσῃς ἐβιάσθης. Τίς εἶσαι; Τίς σ' ἐγέννησε; τί θρήσκευμα πρεσβεύεις;
  5. 5. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΟΜΟΣ (1798-1857) : Ελεύθεροι Πολιορκημένοι (Β’ Σχεδίασμα, 1833-1844) Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε, Κι όσ' άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ' άρματα σε κλειούνε. Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει, Και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι, Κι ολόλευκο εσύσμιξε με τ' ουρανού τα κάλλη.
  6. 6. Και μες στης λίμνης τα νερά, όπ' έφθασε μ' ασπούδα, Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα, Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο· Το σκουληκάκι βρίσκεται σ' ώρα γλυκιά κι εκείνο.
  7. 7. Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη, Η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι· Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει· Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει. Τρέμ' η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της.
  8. 8. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΟΜΟΣ (1798-1857) : Ελεύθεροι Πολιορκημένοι (Γ’ Σχεδίασμα, 1844-1857) Έστησ' ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη, Κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα, Και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους Ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος. Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
  9. 9. Χύνονται μες στην άβυσσο τη μόσχοβολισμένη, Και παίρνουνε το μόσχο της, κι αφήνουν τη δροσιά τους, Κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους, Τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια. Έξ' αναβρύζει κι η ζωή σ' γη, σ' ουρανό, σε κύμα.
  10. 10. Αλλά στης λίμνης το νερό, π' ακίνητο 'ναι κι άσπρο, Aκίνητ' όπου κι αν ιδείς, και κάτασπρ' ως τον πάτο, Mε μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ' η πεταλούδα, Που 'χ' ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο. Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι 'δες·
  11. 11. Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια! Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε, Ουδ' όσο κάν' η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι, Γύρου σε κάτι ατάραχο π' ασπρίζει μες στη λίμνη, Μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι, Κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.
  12. 12. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΟΜΟΣ (1798-1857) : Η καταστροφή των Ψαρών (1825) Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη Περπατώντας η Δόξα μονάχη Μελετά τα λαμπρά παλικάρια Και στην κόμη στεφάνι φορεί Γεναμένο από λίγα χορτάρια Που είχαν μείνει στην έρημη γη
  13. 13. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΖΑΛΟΚΩΣΤΑΣ (1805-1858): Η αναχώρησή της Ξυπνώ και μου είπαν, έφυγεν η κόρη που αγαπούσα, και κατεβαίνω στο γιαλό, τη θάλασσα παρακαλώ την πικροκυματούσα. Εγώ τα πρωτοδέχθηκα τ' αφράτα της τα κάλλη, μου είπε ένα κύμα, και γι' αυτό με πόθο και με γογγυτό φιλώ το περιγιάλι.
  14. 14. Τα μάτια της, ερώτησα, μην ήταν δακρυσμένα; Ένα άλλο κύμα μου μιλεί: - Σαν το χαρούμενο πουλί επήγαινε στα ξένα. Το τρίτο κύμα ερώτησα: - Εμέ γιατί ν' αφήση να κλαίγω και να λαχταρώ; Περνάει το κύμα το σκληρό χωρίς να μου μιλήση.
  15. 15. ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ (1824-1879): Ο Φωτεινός (1879) Ολόρθος μένει ο γέροντας, θολός, στο πάτημά του, και καρτερεί το σίφουνα που μούγκριζ' εμπροστά του. Κάτασπρο το κεφάλι του, πυκνό, μακρύ το γένι στα λιοκαμένα στήθια του αφράτο κατεβαίνει σαν ανθισμένη αγράμπελη που πέφτει από κοτρόνι· του χρόνου τ' άσπλαχνο γενί και της σκλαβιάς οι πόνοι το μέτωπό του αυλάκωσαν, του το 'χαν κατακόψει·
  16. 16. ο ήλιος του φθινόπωρου του ρόδιζε την όψη, ετύλωνε τη φλέβα του, του πύρωνε τα χείλη, σαν κάποιος να ξεφτίλιζε, ν' άναβε το καντήλι της συντριμμένης του ζωής, κι έριχνε στην καρδιά του της νιότης όλον το θυμό και τα παλιά όνειρά του. Ξένος ζυγός δεν έγειρε του Φωτεινού την πλάτη.
  17. 17. Γι' αυτόν, για τους συντρόφους του, τα Σταυρωτά κι η Ελάτη ήσαν λημέρα απάτητα, κι εκείθε ροβολούσαν και καθ' εχτρό που φύτρωνε, τη νύχτα επελεκούσαν. Το ρέμα του Σαρακηνού, τ' άγριο Δημοσάρι, χίλιες φορές τα χόρτασε με φράγκικο κουφάρι, κι ήταν σωρός τα κόκαλα που στην Κουφή Λαγκάδα και στη Νεράιδα ασπρίζανε γυμνά στην πρασινάδα.
  18. 18. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ (1843-1873): Ματαιότης Ματαιοτήτων Ματαιότης! λέγουν όσοι κύπτοντες υπό το γήρας της νεότητος φθονούσι την ακμαίαν ηλικίαν· και τα σκωριώντα όπλα παρατάττοντες της πείρας, την σταγόνα της πικρίας ρίπτουσιν εις την καρδίαν. Τις του έαρος δεν δρέπει τα ευώδη άνθη, μόνον επειδή μακρόθεν έρπει προσεγγίζων ο χειμών; Τι; το πεπρωμένον ψύχος προλαμβάνοντες των χρόνων να μη δρέψωμεν το έαρ των ολίγων μας στιγμών;
  19. 19. Είναι όνειρον ο βίος· αλλά τ’ όνειρον εκείνο κάλλιον γλυκύ ας είναι και με ρόδα ας κοσμήται. Συνεχούς οδύνης μάλλον σύντομον χαράν προκρίνω. Λησμονείται η οδύνη, η χαρά δεν λησμονείται. Ματαιότης ο αφρίζων εν τω ποτηρίω οίνος, Ματαιότης και τα χείλη τα διψώντα ασπασμών; Αν πραγματικότης είναι εις την γην αυτήν ο θρήνος, ας κενώσω την φιάλην, την απάτην προτιμών. Όταν θύελλαι και νέφη, όταν θλίψεις και πικρίαι κάμψωσι το σώμα τούτο παρά τη εσχάτη κλίνη, το ωχρόν θα πέμπουν φως των αι φυγούσαι ευτυχίαι, ως αναπολεί την λάμψιν του ηλίου η σελήνη.
  20. 20. ΛΟΡΔΟΣ ΒΥΡΩΝ (1788-1824) : Maid of Athens - ere we part [Κόρη των Αθηνών] (1810) Κόρη των Αθηνών, προτού σας αποχαιρετίσω, δώστε μου, ω δώστε μου την καρδιά μου πίσω! Ή, αφού έφυγε πια απ’ το δικό μου σώμα, δική σας είναι τώρα, κι ό,τι άλλο θέλετ’ ακόμα! Ακούστε πριν φύγω τον όρκο που θα πω: Ζωή μου, σας αγαπώ! Maid of Athens, ere we part, Give, oh, give me back my heart! Or, since that has left my breast, Keep it now, and take the rest! Hear my vow before I go, Ζωή μου, σᾶς ἀγαπῶ
  21. 21. Ορκίζομαι στα λυτά μαλλιά σας, αγαπημένη, που η αύρα τού Αιγαίου χαϊδεύει ερωτευμένη· στα λεπτά, τα ολόμαυρα βλέφαρά σας που φιλούν τ’ αβρά, ρόδινα μαγουλά σας· στ’ άγρια τα μάτια σας που κοιτώ. Ζωή μου, σας αγαπώ! By those tresses unconfined, Wooed by each Ægean wind; By those lids whose jetty fringe Kiss thy soft cheeks' blooming tinge By those wild eyes like the roe, Ζωή μου, σᾶς ἀγαπῶ.
  22. 22. Στα χείλη σας που η ψυχή μου λαχταρεί· στη μέση σας τη δαχτυλιδένια, τη λυγερή· σε τούτα τα λουλούδια που μιλούν και λεν όσα οι λέξεις δε μπορούν· στου έρωτα τη χαρά και τον καημό. Ζωή μου, σας αγαπώ! By that lip I long to taste; By that zone-encircled waist; By all the token-flowers that tell What words can never speak so well; By love's alternate joy and woe, Ζωή μου, σᾶς ἀγαπῶ.
  23. 23. Κόρη των Αθηνών! Φεύγω τώρα· γεια σας! Να με σκέφτεστε, γλυκιά μου, στη μοναξιά σας. Τι κι αν πηγαίνω στην Ισταμπούλ πέρα μακριά; Στην Αθήνα θα μείνει η ψυχή μου κ’ η καρδιά! Να πάψω να σας αγαπώ; Ω, δε μπορώ! Ζωή μου, σας αγαπώ! Maid of Athens! I am gone: Think of me, sweet! when alone. Though I fly to Istambol, Athens holds my heart and soul: Can I cease to love thee? No! Ζωή μου, σᾶς ἀγαπῶ.
  24. 24. SAMUEL TAYLOR COLERIDGE (1772-1834): Δουλειά χωρίς ελπίδα (1825) Όλα δουλεύουν στην πλάση. Για δες: τα μελίσσια βουίζουν, απ' τις φωλιές τους οι σάλιαγκοι βγήκαν· στρουθιά φτερουγίζουν. Kαι να που κι ο γέρος χειμώνας κι αυτός στο γαλάζιο του απείρου έχει στα μάτια του, κάτι σαν φως ανοιξιάτικου ονείρου. Mόνος εγώ μέσα σ' όλα με δίχως δουλειά τριγυρνάω, κι ούτ' αγαπώ, κι ούτε μέλι τρυγώ, κι ούτε πια τραγουδάω.
  25. 25. Kι όμως γνωρίζω κάτι άγνωστους όχτους που αμάραντ’ ανθίζουν, ξέρω κρυμμένες πηγές που το νέκταρ σε ρυάκια σκορπίζουν. Για άλλους αμάραντ', αλίμονο γι' άλλους αν θέλετ' ανθίστε· όχι! για με μην ανθίστε. Mακριά μου ρυάκια κυλήστε· μ' έν' αστεφάνωτο μέτωπο φεύγω, με χείλη φρυγμένα, κι αν με ρωτάς ποιος με πνίγει καημός, άκου τούτο από μένα: δίχως ελπίδα η δουλειά νέκταρ μέσα σε κόσκινο χύνει, και δίχως κάποιο σκοπό η ελπίδα δε ζει μήτ' εκείνη.
  26. 26. ΑΛΦΟΝΣ ΝΤΕ ΛΑΜΑΡΤΙΝ (1790-1869): Méditations poétiques – Le Lac [Ποιητικοί ρεμβασμοί - Η Λίμνη] (1820) Πάντα λοιπόν θα τρέχομε προς άγνωστο ακρογιάλι, θα καταποντιζόμεθα στου τάφου τη νυχτιά, χωρίς ποτέ έν' απάνεμο μέσ' στην ανεμοζάλη, ούτ' ένα καταφύγιο στη βαρυχειμωνιά! Ainsi, toujours poussés vers de nouveaux rivages, Dans la nuit éternelle emportés sans retour, Ne pourrons-nous jamais sur l'océan des âges Jeter l'ancre un seul jour ?
  27. 27. Κοίταξε, λίμνη, κοίταξε! Δεν έκλεισ' ένας χρόνος πο 'παιζε με το κύμα σου χαρούμενη, τρελή, και τώρα, τώρα ο δύστυχος, κάθομαι, λίμνη, μόνος στην πέτρα εδώ, όπου πάντοτε μας έβλεπες μαζί. Καθώς και τώρα, εμούγκριζες και τότε αγριεμένη κι εξέσχιζες τα στήθη σου στου βράχου τα πλευρά, ανήσυχη παράδερνες στην άκρη, θυμωμένη, κι εράντιζες τα πόδια της με τον αφρό συχνά. Ô lac ! l'année à peine a fini sa carrière, Et près des flots chéris qu'elle devait revoir, Regarde ! je viens seul m'asseoir sur cette pierre Où tu la vis s'asseoir ! Tu mugissais ainsi sous ces roches profondes, Ainsi tu te brisais sur leurs flancs déchirés, Ainsi le vent jetait l'écume de tes ondes Sur ses pieds adorés.
  28. 28. Θυμάσαι, λίμνη, μόνοι μας μια νύχτα εγώ κι εκείνη ελάμναμε άφωνοι οι φτωχοί στα κρύα σου νερά· τ' αγέρι δεν ανάσαινε, είχες κι εσύ γαλήνη, στον ύπνο σου δεν άκουες παρά τα δυο κουπιά. Μεμιάς τραγούδι ουράνιο, πρωτάκουστο, δροσάτο, το γέρο τον αντίλαλο τριγύρω μας ξυπνά· έμειν' ευθύς παράλυτο το κύμα σου το αφράτο και τέτοια λόγια ακούστηκαν - θυμάσαι; - αρμονικά:
  29. 29. «Δίπλωσε, Χρόνε, δίπλωσε τ' ακούραστα φτερά σου, ώρες γλυκιές, μην τρέχετε, σταθείτε μια στιγμή, κι εσύ μη φεύγεις, νύχτα μου, με την αστροφεγγιά σου· τώρα που ζευγαρώσαμε είν' εύμορφη η ζωή.» Του κόσμου αυτού τα βάσανα, την ερημιά, τη φτώχεια θέλουν να φύγουν άμετροι· γι' αυτούς γοργά γοργά, Χρόνε μου, πέτα κι άφησε στου έρωτα τα βρόχια τα δυο μας να χορτάσομε τόσο γλυκιά σκλαβιά.
  30. 30. Του κάκου! Οι ώρες φεύγουνε. Κανείς δε με προσμένει.., Κανείς δε μ' ακουρμαίνεται… Η νύχτα είναι σκληρή… Αχνίζουν τ' άστρα, χάνονται… Κρυφά κρυφά προβαίνει τ' άσπλαχνο γλυκοχάραμα… Λυπήσου μας, αυγή!… Του κάκου! Όλα ξεγέλασμα, είν' όνειρα και πλάνη· ζωή μας είν' η αγάπη μας και μοναχή χαρά. Ας μη ζητούμε ανύπαρκτο στον κόσμο άλλο λιμάνι· του Χρόνου η άγρια θάλασσα δεν έχει ακρογιαλιά.
  31. 31. ΤΖΟΝ ΚΗΤΣ (1795-1821): La Belle Dame sans Merci [Η ωραία χωρίς οίκτο] Αχ, τι μπορεί να πονά τόσο, άθλια ύπαρξη, Καθώς χασομερώ, μονάχος και χλωμός; Το βούρλο στέκει μαραμένο δίπλα στην λίμνη, Και τα πουλιά δεν άδουν κανέναν σκοπό. Αχ, τι προκαλεί τόσο πόνο, άθλια ύπαρξη, Τόσο ωχρός και τόσο δυστυχής Η σιταποθήκη του σκίουρου είναι γεμάτη, Και τελείωσε η συγκομιδή. Ah, what can ail thee, wretched wight, Alone and palely loitering? The sedge is withered from the lake, And no birds sing. Ah, what can ail thee, wretched wight, So haggard and so woe-begone The squirrel's granary is full, And the harvest's done.
  32. 32. Βλέπω μια μαργαρίτα στο μέτωπό σου Με υγρή αγωνία και πυρετώδη δροσιά, Και στο μάγουλό σου ένα ξεθωριασμένο ρόδο Που και αυτό γρήγορα εξασθενά Συνάντησα μια γυναίκα στα λειβάδια, Γεμάτη ομορφιά, ένα παιδί νεράιδας: Τα μαλλιά της ήσαν μακριά, τα πόδια της ήσαν ελαφριά, Και τα μάτια της ήσαν άγρια. Την ανέβασα στο άτι μου που περπατούσε Και τίποτ’ άλλο δεν είδα όλη μέρα. Στα πλάγια έγερνε, και τραγουδούσε Τραγούδια από αερικά φτιαγμένα.
  33. 33. Έφτιαξα ένα στεφάνι για το κεφάλι της, Και βραχιόλια και μια ζώνη ακόμα, όλα ευωδιαστά. Με κοίταξε λες κι έκανε έρωτα, Και αναστέναζε γλυκά Μου βρήκε ρίζες γλυκειάς νοστιμιάς, Και άγριο μέλι, και μάννα δροσερό Και σίγουρα σε παράξενη γλώσσα είπε, «Αληθινά σε αγαπώ!» Με πήρε στην ξωτική σπηλιά της, Και εκεί ατενίζοντας βαθιά αναστέναξε, Και εκεί έκλεισα τα άγρια, θλιμμένα της μάτια Φιλώντας την για να κοιμηθεί.
  34. 34. Και εκεί μισοκοιμηθήκαμε στα βρύα Και εκεί ονειρεύτηκα, αχ! συφορά, Το τελευταίο όνειρο που ονειρεύτηκα ποτέ Στην παγωμένη του λόφου πλαγιά. Είδα χλωμούς βασιλιάδες, και πρίγκιπες ακόμα, Χλωμούς πολεμιστές, χλωμοί ήσαν σα τον χάρο Που ουρλιάξανε – «La Belle Dame sans merci Έχει εσένα σκλάβο!» Είδα τα πεινασμένα τους χείλη στο λυκόφως, Προειδοποίηση φριχτή έχασκε πλατιά, Και ξύπνησα και με βρήκα εδώ, Στην παγωμένη του λόφου πλαγιά Και γι’ αυτό παραμένω εδώ, Καθώς χασομερώ, μονάχος και χλωμός, Το βούρλο στέκει μαραμένο δίπλα στην λίμνη, Και τα πουλιά δεν άδουν κανέναν σκοπό
  35. 35. ΓΙΟΧΑΝ ΒΟΛΦΓΚΑΝΓΚ ΓΚΑΙΤΕ (1749-1832): Der Erlkönig [Ο βασιλιάς των ξωτικών] (1782) Ποιος λάμνει έτσι ξώρας στα σκότη, στ' αγριοκαίρι; Καβάλα είν' ο πατέρας τα τέκνα του στο χέρι. Στα χέρια με φροντίδα τ' αγόρι του βαστά γερά τόχει πιασμένο, θερμά το κρατά. Την όψη σου υιέ μου, σκιασμένο τι σκεπάζεις; Τον Άλφο, πατέρα, εσύ δεν τον κοιτάζεις;
  36. 36. Τον Άλφο με κορώνα, μ' ολόμαυρη νουρά; Νεφέλη είναι, παιδί μου, αχνού είναι σειρά! Καλό μου παιδάκι, μαζί μου έλα οπίσου, πανώρια παιχνίδια θα παίξω εγώ μαζί σου. Στην όχθη είναι τ' άνθη θωριές και δροσιές, η μάνα μου σου έχει χρυσές φορεσιές.
  37. 37. Πατέρα, πατέρα, τ' αυτί σου δεν πεικάζει με λόγια σβημένα ο Άλφος τι με τάζει; Μερώσου, ξεννοιάσου αγέρας σφυρά, και τρίζουν, παιδί μου, τα φύλλα ξερά. Θες νάρθεις μαζί μου χαριτωμένο αγόρι; Σ' εννοιάζονται ωραία η κάθε μια μου κόρη.
  38. 38. Οι κόρες μου παίρνουν της νύχτας το χορό. Κουνιούν, τραγουδούνε, σε παν στο φτερό. Και δεν τες κοιτάζεις, πατέρα μου, πατέρα, τες κόρες του Άλφου στα σκοτεινά κειπέρα; Παιδάκι μου, παιδί μου το βλέπω και καλά; Ιτιές λευκοδείχνουν με φύλλα ασπρουλά.
  39. 39. Σε αγαπώ, μ' ανάφτουν οι ομορφιές σου, αγόρι! Με το καλό δεν θέλεις, σε παίρνω με το ζόρι! Πατέρα! Πατέρα! με πιάνει τώρα, να! Αχ! μ' έκαμ' ο Άλφος κακό που πονά! Φρικιάζεται ο πατέρας, τον ίππο ορμά και βιάζει. Το τέκνο που βογγάει στ' αγκάλια του βαστάζει. Με βία μόλις φθάνει στο σπίτι το πικρό. Στην αγκαλιά του κείται τ' αγόρι του νεκρό!
  40. 40. Ποιήματα του Ρομαντισμού στην Ελλάδα και στην Ευρώπη

×